Εκδήλωση Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ, Αθήνας: «100 χρόνια από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Ποιοι είναι οι εχθροί της Δημοκρατίας σήμερα;»

Δημοσιεύτηκε: 15/03/2019 - 10:20

Στις καινοτόμες και ιδιαίτερα προοδευτικές διατάξεις, όπως η κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, το οποίο αποτέλεσε πρότυπο για άλλα δημοκρατικά ευρωπαϊκά συντάγματα και διήρκεσε μόνο 14 χρόνια, λόγω της τελικής καταστροφικής ανόδου των ναζί, αναφέρθηκε ο Ούλριχ Στορκ, διευθυντής του -προσκείμενου στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD)- Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ στην Αθήν,α στην εκδήλωση με θέμα «100 Χρόνια από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Ποιοι είναι οι εχθροί της Δημοκρατίας σήμερα;» πού συνδιοργάνωσε με το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου χτες το βράδυ στο Ινστιτούτο Γκαίτε. «Εκατό χρόνια μετά βλέπουμε και σήμερα την άνοδο του δεξιού λαϊκισμού και τους αντιπάλους της φιλελεύθερης δημοκρατίας να κερδίζουν έδαφος παντού στην Ευρώπη. Στην σημερινή εκδήλωση θέλουμε να κάνουμε μια ανάλυση και να θέσουμε ερωτήματα για να αποκομίσουμε συμπεράσματα από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, για το πως μπορούμε να να αντιμετωπίσουμε τους εχθρούς των σύγχρονων δημοκρατιών και κατά πόσον μπορεί να βοηθήσει στο διάλογο για την συνταγματική αναθεώρηση στην Ελλάδα», είπε ο κ. Στορκ.
Ο Μίχαελ Ντράιερ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο της Ιένα, υποστήριξε στην ομιλία του ότι «η Βαϊμάρη καταστράφηκε από τις αντιδημοκρατικές ελίτ, τους εχθρούς της. Ήταν εκείνες, οι οποίες την κατέστρεψαν με τις λανθασμένες εκτιμήσεις τους. Το 1933 πίστεψαν ότι είχε έρθει η ώρα να υποστηρίξουν τον Χίτλερ, όχι επειδή ήταν ισχυρός, αλλά αδύναμος, διότι πίστευαν ότι μπορούσαν να τον ελέγξουν. Η απειλή της δικτατορίας των ναζί στις αρχές του 1932 φαινόταν να μην υπάρχει, επειδή είχε χάσει 2 εκατ. ψήφους: αυτή ήταν μια πολύ συνήθης αξιολόγηση τον Ιανουάριο του 1933. Πρόβλημα με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης δεν υπήρχε. Δεν θα μπορούσε όμως να επιτύχει λόγω του υπερπληθωρισμού, της τεράστιας ανεργίας, της γαλλικής κατοχής του Ρουρ... Ήταν μια χαοτική περίοδος η αρχή της Δημοκρατίας». Πάντως «η Βαϊμάρη δεν μπορεί αν συγκριθεί με τις σημερινές καταστάσεις στην Ευρώπη και τη Γερμανία, διότι υπάρχουν μεν αντιδημοκρατικές δυνάμεις, αλλά επικρατούν παντού οι δημοκρατικές ελίτ, οι οποίες δεν επιδιώκουν την κατάλυση της δημοκρατίας», όπως επισήμανε ο Γερμανός καθηγητής.
Η Ναντίν Ρόσολ (Nadine Rossol), καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ της Βρετανίας, είπε στην ομιλία της ότι «παρά τις ακροδεξιές τάσεις σήμερα, δεν ζούμε τις ίδιες συνθήκες με τη Βαϊμάρη στην Ευρώπη. Η πραγματικότητα σήμερα πόρρω απέχει από τη Βαϊμάρη. Οι εχθροί της δημοκρατίας δεν έχουν τόσο μεγάλη ισχύ όπως τότε. Οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις δεν μπορούν μεν να αντιταχθούν στις δημοκρατικές, αλλά μπορούν να ασκήσουν ισχυρές αντιπολιτευτικές πιέσεις. Πρέπει όμως να υπάρχει και μια συνταγματική κουλτούρα η οποία να εμπεδώνει τις αρχές της λ.χ. στα σχολεία», όπως τόνισε.
Η Έφη Γαζή, αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, είπε ότι «η Βαϊμάρη έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον λόγω της πολύπλευρης κρίσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά και λόγω της δικαιολογημένης ανησυχίας για την άνοδο ακραίων αντιδημοκρατικών δυνάμεων που πλαγίως ή ευθέως αμφισβητούν ή στρέφονται κατά της δημοκρατίας. Η ζωή και ο θάνατος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δεν αφηγείται απλώς την αυτοκαταστροφή της, μας έχει αφήσει ως παρακαταθήκη -και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά της- πολλά εργαλεία για την ανάλυση και την κατανόηση των μηχανισμών αυτής της επικίνδυνης διαδικασίας. Το τέλος της δεν συνδέεται προνομιακά με κάποιον γερμανικό χαρακτήρα, ούτε με μια αναπόδραστη γερμανική ιδιαιτερότητα, όπως επιχειρηματολογούσαν οι παλαιότερες ιστορικές προσεγγίσεις. Η ιστορία αυτής της περιόδου απαιτεί μια εργασία πένθους και αναστοχασμού από την παγκόσμια κοινότητα. Οι εχθροί της δημοκρατίας νίκησαν, όταν υποτιμήθηκε από τις δημοκρατικές ελίτ και τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής ο κίνδυνος που αντιπροσώπευαν και νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να τους ελέγξουν, αλλά και όταν η δημοκρατία, στο εσωτερικό μιας πολύπλευρης κρίσης, έπαυσε να είναι υπερασπίσιμος χώρος και αφέθηκε έρμαιο στη σαγήνη του αυταρχισμού και της εθνικοσοσιαλιστικής προπαγάνδας».
Ο Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου, αντίθετα με τους άλλους ομιλητές, υποστήριξε ότι η κατάλυση της δημοκρατίας οφείλεται και σε ορισμένα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης, διότι «περιλάμβανε ορισμένες δυσλειτουργίες στη διάρθρωση των εξουσιών. Μια ανορθολογική μηχανική και ορισμένα ζητήματα ατελούς σχεδιασμού αποτέλεσαν τους κρίσιμους παράγοντες για την κατάλυσή της. Τα σχεδιαστικά σφάλματα του Συντάγματος είχαν σημασία και άνοιξαν την πόρτα στη συνταγματική εκτροπή. Σχεδιαστικές ατέλειες ήταν οι ενισχυμένες εξουσίες του Προέδρου, μπορούσε να υποκαταστήσει τη νομοθετική εξουσία, να διορίζει τον καγκελάριο και να διαλύει τη Βουλή. Οι προεδρικές εξουσίες συντέλεσαν στην απροθυμία των πολιτικών κομμάτων να έλθουν σε συμβιβασμούς, σε συνεργασία μεταξύ τους, και αυτό άνοιξε τον δρόμο στην προσωρινή δικτατορία του Προέδρου που οδήγησε στην κατάλυση της δημοκρατίας. Επίσης, συγκεκριμένα άρθρα του, όπως εκείνα για τα κοινωνικά δικαιώματα, καλλιέργησαν ψευδείς προσδοκίες και οδήγησαν σε μια απονομιμοποίησή του και είχαν ευθύνη για την κατάρρευση της δημοκρατίας στη Γερμανία και την άνοδο των ναζί, βέβαια μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτικοοικοινωνικό περιβάλλον, την οποία κανένα Σύνταγμα δεν θα μπορούσε να αποτρέψει». Κατά τη γνώμη του «όσα συντάγματα, σύγχρονων κρατών ή του παρελθόντος, πέτυχαν μια ορθολογική διάρθρωση των εξουσιών και μια αποτελεσματική κατοχύρωση των θεσμών του κράτους δικαίου, οι δημοκρατίες αποδείχτηκαν ανθεκτικότερες απέναντι στις απειλές του λαϊκισμού. Θεωρώ ότι και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ο λαϊκισμός αντιμετωπίστηκε χάρη στην ανθεκτικότητα των θεσμών. Το Σύνταγμα της Βαϊμάρης συνεχίζει να εμπνέει και σήμερα, τόσο για τις εξαιρετικά προωθημένες ρυθμίσεις ως προς τη δημοκρατία, όσο και για το κοινωνικό κράτος, την εργασία ή την ισότητα των φύλων. Από την άλλη πλευρά, όμως, παραμένει στη μνήμη και για την αποτυχία του να προστατεύσει τη δημοκρατία από τον ναζισμό».
Ο Δημήτρης Χαραλάμπης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος της Εταιρείας Πολιτικής επιστήμης, είπε πως «αν κάποιος ανησυχεί δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας», λόγω “συνθηκών Βαϊμάρης”, διότι σήμερα δεν επικρατούν τέτοιες συνθήκες. Σε διεθνές επίπεδο όμως με φοβίζει το γεγονός ότι έχουμε συνθήκες όμοιες με την εποχή πριν το 1914. Επειδή ο πόλεμος κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου απεφεύχθη λόγω της ύπαρξης δύο αντιθετικών συστημάτων, εθεωρήθη ότι με την κατάρρευση του κομμουνισμού τελείωσε η ιστορία, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν πλέον αντιπαραθέσεις και όλοι συμμετέχουν στο παιχνίδι της αγοράς. Συμμετείχαν όμως και πριν το 1914 και οδηγηθήκαμε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σημερινή κατάσταση μοιάζει λοιπόν περισσότερο με την εποχή εκείνη, παρά με την κατάσταση στην Βαϊμάρη». Υπογράμμισε, επίσης, ότι «η Συνθήκη της Ρώμης ήταν η πρώτη περίπτωση που δείχνει ότι οι άνθρωποι διδάχθηκαν από το παρελθόν, αλλά στη συνέχεια δεν το βλέπω. Όταν προέκυψε η οικονομική κρίση, ποια ήταν η διδαχή από τη Βαϊμάρη; Ο κ. Σόιμπλε και η κ. Μέρκελ αποφάσισαν να εφαρμόσουν την πολιτική του Χάινριχ Μπρύνινγκ (σ.σ. του Γερμανού καγκελαρίου Χάινριχ Μπρύνινγκ στις αρχές της δεκαετίας του '30, ο οποίος προσπάθησε να ανατάξει τη γερμανική οικονομία με μέτρα λιτότητας που βύθισαν τη Γερμανία βαθύτερα στην ύφεση και άνοιξαν τον δρόμο για την άνοδο των Ναζί στη εξουσία.) Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η απόδειξη ότι δεν μαθαίνουμε από την ιστορία. Πρέπει επομένως να προσέξουμε να μην επανεμφανιστούν πολύ αρνητικά φαινόμενα του παρελθόντος...»
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ